31 Οκτωβρίου 2016

Ένα αναπηρικό αμαξίδιο στην τάξη

Θα μπορούσε το κείμενο αυτό να είναι μια ιστορία· μα νομίζω ότι αφορά τις στιγμές. Όπως τη στιγμή που το αναπηρικό αμαξίδιο είναι άδειο και οι συμμαθητές του ονειρεύονται να ανέβουν για να διασχίσουν το προαύλιο. Και ποιο παιδί δε θέλει να ανέβει; Τα παιδιά είναι τελείως διαφορετικά από μας και ο δάσκαλος ακροβατεί ανάμεσα στον κόσμο των παιδιών και στον κόσμο των μεγάλων.

Για το αμαξίδιο, το πι, τους κηδεμόνες, προτιμώ τον κόσμο των παιδιών. Είναι αυτοκίνητο, άρμα, τανκς, άλογο, πανοπλία και ό,τι άλλο θέλει η φαντασία μας. Τι για φλας λέμε, τι για πινακίδες, τι για πρόστιμα από την τροχαία. Και πάλι όμως στην πρώτη αταξία γίνομαι μεγάλος.

Τίποτα από αυτά δεν είναι εύκολο· ειδικά να θέτεις όρια. Ποιος θέλει να μην μπορεί να περπατήσει; Να μην μπορεί να φτάσει το μολύβι από το πάτωμα; Να μην μπορεί να θολώσει το τζάμι με τα χνώτα του; Μα δεν έχω το δικαίωμα να στενοχωριέμαι. Εγώ περπατάω, εγώ φτάνω το μολύβι από το πάτωμα, εγώ θολώνω το τζάμι με τα χνώτα μου. Αν στενοχωριέμαι εγώ, τι να πουν αυτοί που δεν τα κάνουν;

Θα μπορούσε το κείμενο αυτό να είναι μια ιστορία· μα είμαι σίγουρος πια ότι αφορά τις στιγμές. Όπως τη στιγμή που ο διπλανός του είχε για πολλοστή φορά τα πόδια του πάνω στην καρέκλα και του ζήτησα, για πολλοστή φορά κι εγώ, να τα κατεβάσει. «Κύριε, τα δικά μου πόδια είναι ήσυχα» πετάχτηκε γελώντας το παιδί που είναι στο αναπηρικό αμαξίδιο. Τα 'χασα, μα μου έδειξε τον δρόμο.