30 Απριλίου 2012

Ο Τάκης Μίχας για την εκπαίδευση

Διάβασα ένα άρθρο του Τάκη Μίχα για την εκπαίδευση. Αναϕέρω συνοπτικά τις προτάσεις του, για όσους δεν έχουν χρόνο να το διαβάσουν:

  • Οι γονείς θα μπορούν να γράϕουν σε όποιο σχολείο θέλουν τα παιδιά τους. 
  • Τα σχολεία που αποτυγχάνουν θα κλείνουν αϕού κανείς δε θα γράϕεται σε αυτά. 
  • Οι γονείς στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση θα μπορούν να δημιουργούν σχολεία σύμϕωνα με τις αξίες τους. 
  •  Με αυτά τα μέτρα θα δοθεί η δυνατότητα να καινοτομήσουν οι εκπαιδευτικοί και να αναδειχτούν οι καλύτεροι. 

Θα ξεκινήσω από το κλείσιμο των σχολείων. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι σε κάποιο σχολείο τα πράγματα δεν πάνε καλά και κλείνει. Προϕανώς, οι εκπαιδευτικοί θα απολυθούν, αϕού με κλειστό το σχολείο πού θα βρουν δουλειά; Ας δεχτούμε ότι κι αυτό το μέτρο είναι σωστό. Τα παιδιά με τη σειρά τους θα πάνε σε άλλα σχολεία. Κι εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα: Πόσο μακριά θα είναι από το σπίτι τους; Θα χωράνε όλοι οι μαθητές στο νέο σχολείο; Δε θα πέσει το επίπεδο του νέου σχολείου, μιας και οι νεοεισερχόμενοι θα είναι χαμηλότερου επιπέδου; Θα κλείσει κι αυτό επειδή θα πέσει το επίπεδο; Και τέλος πάντων γιατί να πληρώνουν τα παιδιά την ανικανότητα των εκπαιδευτικών;

Προτού όμως προβούμε σε τέτοια δραστικά μέτρα, πρέπει να βρούμε έγκυρα και αξιόπιστα επιστημονικά εργαλεία αξιολόγησης των σχολείων. Τι προτείνει ο Τάκης Μίχας; Να επωμισθούν τη συγκεκριμένη δουλειά οι γονείς. Κι από πότε οι γονείς έγιναν ειδικοί στα παιδαγωγικά ζητήματα; Αν είναι έτσι γιατί δεν κρίνουν και τους παιδίατρους; Στους χειρότερους, μάλιστα, να τους παίρνουν και την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Το ίδιο να ισχύσει και για τους παιδοψυχολόγους, τους παιδοψυχίατρους, τους κοινωνικούς λειτουργούς, τους δικαστές ανηλίκων, ακόμα και τα ϕάρμακα που απευθύνονται σε παιδιά. Γιατί δεν το κάνουμε; Γιατί δεν είναι δυνατόν την ποιότητα ενός επιστήμονα να την κρίνουν άτομα που δε γνωρίζουν την επιστήμη του και δεν έχουν ασκήσει το επάγγελμά του.

Οι παρεμβάσεις των γονιών δε σταματούν εκεί. Ειδικά στην πρωτοβάθμια θα μπορούν να δημιουργούν σχολεία σύμϕωνα με τις προσωπικές τους αξίες. Κατ' αρχήν, οϕείλουμε να δεχτούμε ότι σχολεία που ξεϕεύγουν από τον αυστηρό έλεγχο του Υπουργείου λείπουν από την Ελλάδα. Πώς όμως είναι δυνατόν να καινοτομήσεις κάπου, γιατί περί καινοτομίας πρόκειται, όταν δεν έχεις το αντίστοιχο επιστημονικό υπόβαθρο; Έχουν καινοτομήσει ποτέ οι γονείς σε τομείς, όπως η Παιδιατρική, η Παιδοψυχολογία ή σε οποιονδήποτε άλλον επιστημονικό χώρο ασχολείται με το παιδί, για να καινοτομήσουν στην Παιδαγωγική; Η τεράστια αγάπη που έχουμε για τα παιδιά μας δε μας καθιστά γνώστες των πάντων. Απεναντίας, το συγκεκριμένο δικαίωμα πρέπει να δοθεί στους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι είναι δυνατόν να έχουν πρωτότυπες και δημιουργικές ιδέες. Αυτή είναι η δουλειά μας άλλωστε. Ας το καταλάβουν όλοι. Ας καταλάβει κάποτε η κοινωνία ότι είμαστε επιστήμονες και ό,τι ισχύει για τους υπόλοιπους ισχύει και για μας. Γιατί διαρκώς μας υποβαθμίζουν;

26 Απριλίου 2012

Η αξία της Γνώσης

Ας υποθέσουμε ότι κάποιος σας ζητάει να βρείτε την τετραγωνική ρίζα του αριθμού 12345678987654321. Μάλλον θα νιώσετε αμηχανία. Γιατί όμως ένας μαθηματικός θα χαμογελάσει πονηρά και θα το λύσει αμέσως; Προϕανώς επειδή ξέρει ότι:

1 x 1 = 1

11 x 11 = 121

111 x 111 = 12321

1111 x 1111 = 1234321

11111 x 11111 = 123454321

111111 x 111111 = 12345654321

1111111 x 1111111 = 1234567654321

11111111 x 11111111 = 123456787654321

111111111 x 111111111 = 12345678987654321

και όχι επειδή έχει κάποιες ιδιαίτερες, μοναδικές ικανότητες.

Γιατί το αναϕέρω; Επειδή από τότε που εμϕανίστηκε το Διαδίκτυο, πολλοί θεωρούν ότι δε χρειάζεσαι γνώσεις. Ό,τι δεν ξέρεις, μπορείς να το βρεις στο Google. Αυτό που χρειάζεσαι είναι δεξιότητες: να βρίσκεις τις πληροϕορίες που θέλεις, να συνθέτεις, να σκέϕτεσαι κριτικά, να σκέϕτεσαι δημιουργικά, να λύνεις προβλήματα. Θεωρούν, μάλιστα, πως οι συγκεκριμένες δεξιότητες είναι γενικές· μπορούν να εϕαρμοστούν παντού και δεν εξαρτώνται από το γνωστικό αντικείμενο.

Για μένα και για κάποιους άλλους, οι παραπάνω απόψεις δε στέκουν: Ούτε οι συγκεκριμένες δεξιότητες είναι γενικές ούτε είναι ανεξάρτητες από τις γνώσεις. Πάρτε για παράδειγμα το προηγούμενο μαθηματικό προβλήμα. Πώς θα το λύναμε χωρίς τις ειδικές γνώσεις, στηριζόμενοι μόνο σε κάποιες γενικές δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων; Ή είναι δυνατόν να προτείνει κάποιος τρόπους αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης στηριζόμενος σε γενικές δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων, αγνοώντας όμως βασικές οικονομικές έννοιες και αρχές; Ή να κρίνει μία λύση επειδή έχει ανεπτυγμένη την κριτική ικανότητα, κι ας μην έχει ποτέ του ακούσει τίποτα σχετικό με την Οικονομική Επιστήμη;

Οι γνώσεις είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένες με τις δεξιότητες. Φυσικά, οι δεξιότητες εξαρτώνται και από το γνωστικό αντικείμενο. Άλλη είναι η μεθοδολογία της Φυσικής, άλλη της Ιστορίας, άλλη της Παιδαγωγικής. Υπάρχουν κοινά σημεία, υπάρχουν και διαφορές. Δεν είναι δυνατόν να μάθεις να ερευνάς και να επιλύεις προβλήματα ανεξάρτητα από τη φύση και το πλαίσιο του προβλήματος. Εκτός κι αν θέλεις να αγγίζεις την επιφάνεια των πραγμάτων. Οι συνέπειες για τη διδασκαλία είναι προφανείς: η σκέψη του μαθητή καλλιεργείται σε κάθε μάθημα διδάσκοντας την ιδιαιτερότητα κάθε γνωστικού αντικειμένου. Η παραπάνω θέση δεν παραβλέπει την ανάγκη να καταργήσουμε τα στεγανά μεταξύ των μαθημάτων. Δεν μπορεί όμως η ανάγκη αυτή να καταργήσει και τη διαφορετικότητά τους.

20 Απριλίου 2012

Η επίδραση του εκπαιδευτικού στην επίδοση του μαθητή

Παλιότερα είχα γράψει μια ανάρτηση, κατακλείδα ενός κειμένου που απουσίαζε. Σε κάποιους άρεσε, σε κάποιους όχι. Οφείλω, πάντως, να συμπληρώσω ό,τι έλειπε.

Βασική θέση του απόντος κειμένου ήταν ότι ο εκπαιδευτικός έχει καθοριστική επίδραση στην επίδοση του μαθητή. Ναι, η επίδοση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, πολλούς από τους οποίους δεν τους ελέγχουμε, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν εξαρτάται κι από μας. Η φτώχεια, η οικογενειακή κατάσταση, τα σχολικά βιβλία, οι σχολικές υποδομές, το αναλυτικό πρόγραμμα, το κοινωνικό στάτους του εκπαιδευτικού, ο μισθός, όλα παίζουν τον ρόλο τους. Άλλοτε μας ευνοούν, άλλοτε όχι. Ακόμα όμως κι αν φυσάει ούριος άνεμος, αν εμείς δεν αποδειχτούμε άξιοι καπετάνιοι, δε θα βρούμε ποτέ λιμάνι.

Ξέρω την απογοήτευση. Την έχω ζήσει κι εγώ. Μας χτυπά όταν έχουμε προσπαθήσει περισσότερο, όταν έχουμε πιστέψει ότι τώρα τα καταφέραμε. Είναι σκληρό να βλέπεις παιδιά να μη μαθαίνουν παρά τους κόπους σου. Είναι σκληρό να χάνεις εξαιτίας της φτώχειας, της οικογενειακής κατάστασης, των σχολικών βιβλίων, των σχολικών υποδομών, του αναλυτικού προγράμματος, του κοινωνικού στάτους του εκπαιδευτικού, του μισθού.

Σκληρότερο είναι όμως να τα παρατάς. Όταν όλα είναι στραβά τότε ο μαθητής έχει μόνον εσένα. Κανέναν άλλο. Αν αποτύχει θα ευθύνεσαι εσύ. Αν πετύχει εσύ πάλι. Αυτό δεν είναι ωραίο;

Όταν μιλάω για επιτυχία, δεν εννοώ να αριστεύσουν όλοι. Εννοώ να βελτιωθούν. Κάθε χρόνο να μαθαίνουν και κάτι. Καθένας με τον ρυθμό του. Αλλά με τι δύναμη, με ποιο πάθος θα το πετύχεις αν δεν πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις, αν δεν πιστεύεις ότι μπορείς.

Πιστεύω, συνεπώς, πως για την κατάσταση της εκπαίδευσης κύριοι υπεύθυνοι είναι οι εκπαιδευτικοί. Και πιστεύω πως δεν υπάρχει κάτι πιο μεγαλειώδες από αυτό. Γιατί δεν υπάρχει κάτι πιο μεγαλειώδες από το να ορίζεται η μοίρα των ανθρώπων από ανθρώπους.

12 Απριλίου 2012

Συνεργασία εκπαιδευτικών

Θεμιτό και ευκταίο να συνεργάζονται οι εκπαιδευτικοί ενός σχολείου, ειδικά αν μια τάξη έχει δύο ή περισσότερα τμήματα. Ωστόσο, η συνεργασία περιορίζεται συνήθως στο να ανταλλάσσουν φωτοτυπίες οι εκπαιδευτικοί· να συνδιοργανώνουν εκδηλώσεις —συνήθως σχολικές γιορτές—· να συμβαδίζουν τα τμήματα στην ύλη.

Για τις φωτοτυπίες και τις εκδηλώσεις δε θα πω πολλά. Αν σκεφτούμε ότι οι φωτοτυπίες, συνήθως, προέρχονται από βοηθήματα και οι εκδηλώσεις πραγματοποιούνται εξαιτίας του νόμου ή της συνήθειας, κατανοούμε ότι δεν συνιστούν την κορύφωση της συνεργασίας.

Θα σταθώ όμως στην απαίτηση πολλών διευθυντών και συμβούλων να συμβαδίζουν τα τμήματα στην ύλη· να συμπορεύονται δηλαδή τα τμήματα και αν είναι δυνατόν η διδασκαλία να πραγματοποιείται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Πρόκειται για μια πρακτική καταστροφική. Κατ' αρχάς, αντίκειται στην έννοια της διαφοροποίησης της διδασκαλίας· πώς, αλήθεια, είναι δυνατόν να συμβαδίζουν τμήματα που πιθανότατα είναι πολύ διαφορετικά μεταξύ τους; Από την άλλη, δεν πνίγεται η δυναμική των μαθητών, οι οποίοι με τις απορίες τους ή τα ενδιαφέροντά τους είναι δυνατόν να οδηγήσουν το μάθημα σε διαφορετικά μονοπάτια σε κάθε τμήμα; Θα πνίξουμε την πρωτοβουλία των παιδιών και τις αρχές της διαφοροποιημένης διδασκαλίας για να συμβαδίζουν τα τμήματα;

Αλλά ακόμα και αν τα τμήματα μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, ακόμα κι αν η επίκληση της πρωτοβουλίας των μαθητών μοιάζει ουτοπία, αυτή η στάση δε στραγγαλίζει την πρωτοβουλία, την ιδιαιτερότητα, την προσωπικότητα του εκπαιδευτικού; Για μένα η συνεργασία είναι κάτι βαθύτερο. Απορρέει από την ανάγκη να αξιοποιηθεί η μοναδικότητα του εκπαιδευτικού και όχι από την απαξίωσή της. Η συνεργασία οφείλει να εμπνέει, να ωθεί τον εκπαιδευτικό να αναδείξει τις ικανότητές του, να αφήσει το στίγμα του στη διδασκαλία. Για να γίνει αυτό ο εκπαιδευτικός πρέπει να βρει κλίμα ευνοϊκό από όλο το σχολείο, κουλτούρα που να τον ωθεί να αποκαλύψει τους βαθύτερους παιδαγωγικούς προβληματισμούς του, τις βαθύτερες παιδαγωγικές του εμπνεύσεις, τις βαθύτερες παιδαγωγικές του καινοτομίες. Συνεργασία δεν είναι η απομίμηση της διπλανής τάξης, αλλά η έμπνευση που απορρέει από την επικοινωνία με τον εκπαιδευτικό της.

1 Απριλίου 2012

Έρευνα δράσης

Πολλές φορές οι επιμορφωτές στα εκπαιδευτικά σεμινάρια κινούνται αποκλειστικά σε θεωρητικό πλαίσιο, αποκομμένο τελείως από τη σχολική πραγματικότητα. Λογικό είναι οι επιμορφούμενοι να διαμαρτύρονται. Δεν είναι δυνατόν να θεωρητικολογείς συνέχεια και να μην αναφέρεις κάποιο παράδειγμα: καταντάς δυσνόητος.

Ωστόσο, από ένα σημείο και μετά, θεωρώ δικό μας έργο να ανακαλύψουμε πώς εφαρμόζονται οι ποικίλες παιδαγωγικές θεωρίες, να τις τροποποιήσουμε ή ακόμα και να διατυπώσουμε νέες βάσει των δικών μας εμπειριών. Μπορεί οι θεωρητικοί να έχουν καλύτερη θεωρητική κατάρτιση, αλλά δεν μπορούν να την εφαρμόσουν με το ίδιο εύκολα με μας.

Φυσικά, οι προτάσεις μας πρέπει να έχουν κάποια εμπειρική επιβεβαίωση, η οποία να στηρίζεται σε μεθοδολογικά εργαλεία αποδεκτά από την επιστημονική κοινότητα. Επειδή δεν μπορούμε να πραγματοποιήσουμε πειράματα ή έρευνες πεδίου, ο πιο πρόσφορος τρόπος είναι η έρευνα δράσης. Ουσιαστικά πρόκειται για μια διδασκαλία που υπόκειται σε εξονυχιστικό έλεγχο. Ο εκπαιδευτικός-ερευνητής, αφού εφαρμόσει μια καλοσχεδιασμένη διδασκαλία, συλλέγει δεδομένα, προκειμένου να την ελέγξει, από ποικίλες πηγές —π.χ., έργα των μαθητών, συνεντεύξεις, ερωτηματολόγια, ημερολόγια, κ.ά.—. Στη συνέχεια, επεξεργάζεται τις πληροφορίες προσπαθώντας να την αξιολογήσει. Ανάλογα με τα συμπεράσματα τροποποιεί τη διδασκαλία του, την οποία ελέγχε ξανάι, επαναλαμβάντας τα προηγούμενα στάδια.

Πρόκειται για μια επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία. Ωστόσο, τ' αγαθά κόποις κτώνται. Εφαρμόζοντάς την φτάνεις σε απίστευτη συνειδητοποίηση των πραγματικών αποτελεσμάτων της διδασκαλίας σου, βελτιώνεις την πρακτική σου, ενώ σου δίνει τη δυνατότητα οι προτάσεις σου να μην μπορούν εύκολα να απορριφθούν από τους θεωρητικούς. Μπορεί επομένως να γίνει αφετηρία έξοχων συζητήσεων ανάμεσα σε μας και την πανεπιστημιακή κοινότητα.