12 Δεκεμβρίου 2009

Το σεμινάριο

Ο διπλανός μου έχει στα γόνατά του την Ελευθεροτυπία. Χαζεύω τους τίτλους. «Τη θες να τη διαβάσεις;» με ρωτάει. «Ναι» του απαντώ και την παίρνω από τα χέρια του. Κοιτώ για λίγο την πρώτη σελίδα. Η ώρα όμως δεν περνά. Η ομιλήτρια, γύρω στα τριάντα με κόκκινο καρέ μαλλί, διαβάζει μονότονα αυτά που βλέπουμε από τον βιντεοπροβολέα. Δυστυχώς, έχει ακόμα πολλά να μας πει. Από πίσω μου μια συνάδελφος διερωτάται: «Μα γιατί δε μας τα δίνουν να τα διαβάσουμε;». Η ομιλήτρια συνεχίζει να διαβάζει…

Το σκηνικό είναι, δυστυχώς, πέρα για πέρα αληθινό. Κάποιος θα μπορούσε να σχολιάσει: «Κλείσανε το σχολείο για να καθίσουνε. Δεν τους φτάνουν οι πέντε μήνες διακοπές, θέλουν κι άλλες». Δεν τον κατηγορώ. Αν απομονώσεις το περιστατικό, η ερμηνεία φαίνεται αληθινή. Είναι όμως έτσι;

Έχω βρεθεί σε πολλά αποτυχημένα σεμινάρια. Επικρατεί αυτή η σιωπή που απορρέει από την ανικανότητά μας να εκφράσουμε την αποδοκιμασία μας με άλλον τρόπο. Τα παιδιά δεν μπορούν να το μιμηθούν. Αντιδρούν. Στον αντίποδα, τα πετυχημένα σεμινάρια είναι πολύ λιγότερα. Και εκεί υπάρχει σιωπή αλλά αυτή είναι άλλου είδους. Αναδύεται αυθόρμητα από την αυξημένη συγκέντρωση του κοινού. Επικρατεί παντού μια σιωπηρή ένταση.

Ποια είναι όμως η συνταγή για ένα πετυχημένο σεμινάριο;

Καταρχάς, ο ομιλητής μιλάει και δε διαβάζει. Δεύτερον, μεταφέρει ζωντανές εμπειρίες, πράγματα που δε συναντάς στα βιβλία, γεγονότα που τα αναφέρεις μόνο σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις. Τρίτον, προσφέρεται πλούσιο υλικό που θα σε βοηθήσει στη δουλειά σου μέσα στην τάξη. Υλικό που έχει σχολιαστεί κατά τη διάρκεια της ομιλίας, αλλά δεν έχει κουράσει.

Αυτά είναι τα γενικά, ισχύουν για όλα τα σεμινάρια. Τούτο το σεμινάριο, όμως, ήταν για τις μαθησιακές δυσκολίες και νιώθω πως κάτι του έλειπε. Αυτά τα σεμινάρια έχουν κάποιες ιδιαιτερότητες.

Ποιες είναι; Πρώτον, όταν φτάνουμε στο φλέγον θέμα της αντιμετώπισης –αν φτάσουμε, δε φτάνουμε πάντα– όλες οι εισηγήσεις αντιμετωπίζουν το πρόβλημα λες και κάνουμε ιδιαίτερα μαθήματα σε δυσλεξικούς. Λες και είμαστε εμείς και το παιδί και κανένας άλλος. Δεν εξηγούν πώς να βοηθάς τα συγκεκριμένα παιδιά, ενώ παράλληλα να παρακολουθείς και την υπόλοιπη τάξη.

Δεύτερον, δεν καταλαβαίνουν πως στήριξη ψυχολογική δε χρειάζεται μόνο ο μαθητής, μα κυρίως ο δάσκαλος. Ας πάρουμε μια κοινότοπη διαπίστωση: οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να μάθουν. Ας πούμε ότι διδάσκουμε στην πρώτη δημοτικού την υπέρβαση της δεκάδας (για τους αμύητους, αυτό σημαίνει ότι για να βρούμε ότι 8 + 5 = 13 πρέπει να σκεφτούμε ότι 8 + 2 + 3 = 10 + 3 = 13). Αν υποθέσουμε ότι η πλειοψηφία των παιδιών θα το μάθει σε δύο βδομάδες, ένα παιδί με μαθησιακές δυσκολίες μπορεί να το μάθει σε τέσσερις ή και σε έξι βδομάδες! Δηλαδή για δύο βδομάδες ο δάσκαλος θα διδάσκει και αυτό δεν θα καταλαβαίνει τίποτα. Τίποτα απολύτως. Για σκεφτείτε το λίγο. Εσύ προσπαθείς, ιδρώνεις, δοκιμάζεις διάφορους τρόπους και το καλύτερο που πετυχαίνεις είναι να το μάθει σήμερα κι αύριο να το έχει ξεχάσει. Ε, δε θα νιώσεις ανόητος και αποτυχημένος; Και ποια είναι η εύκολη λύση; Να το παρατήσεις. Γιατί πώς θα μείνεις τέσσερις και έξι βδομάδες σ’ αυτό το παιδί, ενώ η ύλη θα τρέχει; Σε τέτοια αμείλικτα ερωτήματα θα πρέπει να απαντάνε με σαφήνεια και χωρίς προσπάθεια αποφυγής τους, όπως συμβαίνει συχνά, τέτοια σεμινάρια. Μια δική μου πρόταση βρίσκεται εδώ.

Πώς τελείωσε το σεμινάριο; Δεν έμαθα. Μα έφυγα σκεπτόμενος μια ευχάριστη εξέλιξη. Ένας συνάδελφος από το σχολείο μου σκέφτεται σοβαρά να ασχοληθεί με έναν μαθητή του με σοβαρά μαθησιακά, οικονομικά, οικογενειακά και άλλα προβλήματα. Τι καλύτερο απ’ αυτό;