20 Ιανουαρίου 2009

Ναι, αλλά, κύριε, στο γυμνάσιο τα ζητούν παπαγαλία… (ΙIΙ)

Μια από αυτές τις μέρες κατά τη διάρκεια της Γεωγραφίας ένας μαθητής μου μου επισήμανε πως οι άνθρωποι που ζουν στην εύκρατη ζώνη πρέπει να είναι εξυπνότεροι από τους άλλους, αφού έχουν δημιουργήσει τόσα τεχνολογικά επιτεύγματα. Αυτή του η παρατήρηση αποτέλεσε το έναυσμα για μια συζήτηση γύρω από τους λόγους που οδήγησαν τη Δύση να κυριαρχήσει στον υπόλοιπο κόσμο. Παράλληλα, την ίδια μέρα, μια μαθήτριά μου αναρωτήθηκε αν στις τροπικές ζώνες οι άνθρωποι κόβουν τα τροπικά δάση προκειμένου να δημιουργήσουν χωράφια. Άθελά της άγγιξε ένα άλλο μεγάλο θέμα, αυτό της καταστροφής των τροπικών δασών από τα σύγχρονα κράτη.

Σε συμβάντα σαν τα παραπάνω αναφέρεται το δεύτερο απόσπασμα από τον οδηγό του πανεπιστημίου του Harvard που εστιάζεται στο δεύτερο αναγνωστικό στάδιο (δες προηγούμενη ανάρτηση). Συγκεκριμένα, το παρόν κείμενο προτρέπει τους αναγνώστες κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης να σημειώνουν στο περιθώριο του κειμένου τόσο τις σκέψεις που τους δημιουργούνται όσο και πιθανές ερωτήσεις που τους εμφανίζονται ξαφνικά, προκειμένου μαθητικές παρεμβάσεις σαν τις παραπάνω να αποτελούν τον κανόνα και όχι την εξαίρεση.

Πιθανότατα αυτά στους περισσότερους αναγνώστες να φαίνονται αυτονόητα, αλλά αυτό δε σημαίνει πως είναι και για τους μικρούς μαθητές. Τα παιδιά πρέπει να διδαχτούν τόσο να σημειώνουν τις σκέψεις τους όσο και να δημιουργούν ερωτήσεις και να προσπαθούν να τις απαντήσουν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Ο καλύτερος τρόπος διδασκαλίας, για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, είναι να δείξουμε εμείς στα παιδιά την ακριβή διαδικασία. Να ξεκινήσουμε δηλαδή εμείς σε ένα κείμενο να σχηματίζουμε ερωτήσεις και στη συνέχεια να προσπαθούμε να τις απαντήσουμε. Το ίδιο ισχύει και για την καταγραφή των σκέψεών μας στο κείμενο ή για οποιαδήποτε άλλη στρατηγική αναφέρεται στον οδηγό. Οι επιδείξεις αυτές πρέπει να είναι συχνές αλλά με τον καιρό να μειώνονται, για να δίνεται αρκετό χρονικό περιθώριο στους μαθητές ούτως ώστε να εξασκηθούν και αυτοί με τη σειρά τους.


2. Σχολιάζοντας: Συνδιαλέξου με τον εαυτό σου, το συγγραφέα και τις ιδέες που σου παρουσιάζονται.

Σκέψου έντονα από την αρχή μέχρι το τέλος της ανάγνωσης κάθε κειμένου

• Πρώτα απ’ όλα: Πέταξε το φωσφορίζοντα μαρκαδόρο για χάρη ενός στυλό ή ενός μολυβιού. Ο μαρκαδόρος μπορεί στην πραγματικότητα να σε αποσπάσει από τη μάθηση και να εμποδίσει την κατανόηση. Αν και μοιάζει με μια ενεργητική στρατηγική μάθησης, στην πραγματικότητα μπορεί να σε βυθίσει σε μια επικίνδυνη παθητικότητα.

• Γέμισε τα περιθώρια του κειμένου με ΛΕΞΕΙΣ: ιδέες που ξεπηδούν, σημειώσεις για πράγματα που σου φαίνονται σημαντικά, υπενθυμίσεις για το πώς θέματα ενός κειμένου μπορούν να συνδεθούν με συζητήσεις στην τάξη ή θέματα του μαθήματος. Αυτό το είδος της αλληλεπίδρασης κρατά ζωντανό το ΛΟΓΟ που διαβάζεις και τους ΣΚΟΠΟΥΣ που ο δάσκαλός σου έχει στο νου του. Αργότερα στο τρίμηνο, όταν θα ξεφυλλίζεις για ένα τεστ ή μια εργασία, οι λέξεις στα περιθώρια θα σου θυμίσουν πολλά.

• Ανάπτυξε το δικό σου συμβολικό σύστημα: ένας αστερίσκος για μια σημαντική ιδέα, για παράδειγμα, ή η χρήση ενός θαυμαστικού για την έκπληξη, το απαίσιο, το παράξενο… Όπως οι λέξεις στα περιθώριά σου, τα σύμβολά σου μπορούν να σε βοηθήσουν να θυμηθείς ξανά σημαντικές παρατηρήσεις που έκανες παλιότερα. Και θα είναι απαραίτητες όταν θα επιστρέψεις στο κείμενό σου αργότερα στο τρίμηνο, ερευνώντας ένα απόσπασμα, μια ιδέα για ένα θέμα, ή κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για τις εξετάσεις ή μιας εργασίας.

• Συνήθισε να κάνεις ερωτήσεις – «τι σημαίνει αυτό;», «γιατί αυτός ή αυτή έφτασε σ’ αυτό το συμπέρασμα;», «γιατί η τάξη διαβάζει αυτό το κείμενο;» κ.τ.λ. Σημείωσε τις ερωτήσεις (στα περιθώρια, στην αρχή ή στο τέλος του κειμένου, σε ένα σημειωματάριο ή κάπου αλλού). Θα σου υπενθυμίζουν τις ανολοκλήρωτες εργασίες που ακόμα έχεις με το κείμενο: κάτι να ρωτήσεις κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης στην τάξη, ή να το κατανοήσεις μόνος σου, όταν θα έχεις την ευκαιρία να αφομοιώσεις το υλικό καλύτερα, ή όταν θα έχεις διαβάσει περισσότερα.

13 Ιανουαρίου 2009

Ναι, αλλά, κύριε, στο γυμνάσιο τα ζητούν παπαγαλία… (ΙI)

Γενικά μιλώντας, μπορούμε να διακρίνουμε σε τρεις φάσεις τη διαδικασία της ανάγνωσης. Η πρώτη αφορά όλες εκείνες τις ενέργειες στις οποίες προβαίνει ένας έμπειρος αναγνώστης πριν ξεκινήσει να διαβάζει, η δεύτερη τις στρατηγικές που αξιοποιούνται κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης και η τρίτη αναφέρεται στο τι κάνουμε μόλις τελειώσουμε με το κείμενο.

Στην παρούσα ανάρτηση θα παρουσιάσω το πρώτο απόσπασμα από τον οδηγό μελέτης του πανεπιστημίου του Harvard (ολόκληρο το κείμενο εδώ) που επικεντρώνεται στο πρώτο στάδιο της ανάγνωσης.

Συνοψίζοντας τα όσα αναφέρει, θα τόνιζα ότι πρέπει να διδάξουμε στους μαθητές μας πως πριν αρχίσουν να διαβάζουν ένα κείμενο πρέπει πρώτα να εξετάσουν εξονυχιστικά τον τίτλο, την περίληψη, τους πλαγιότιτλους, τις εικόνες ή τα πιθανά σχεδιαγράμματα και γενικά κάθε στοιχείο που βρίσκεται εκτός κειμένου. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο αναγνώστης αποκτά μια πρώτη εικόνα για το κείμενο, γεγονός που οδηγεί σε βαθύτερη κατανόηση.


1. Πρώτη εξέταση. Ψάξε τι υπάρχει γύρω από το κείμενο πριν αρχίσεις να το διαβάζεις.

Πιθανότατα έχεις ήδη ασχοληθεί με μια πλευρά της πρώτης εξέτασης στο παρελθόν, όταν προσπαθούσες να καθορίσεις πόσο καιρό θα σου πάρει να διαβάσεις ένα κείμενο που σου έχουν αναθέσει (πόσο χρόνο και πόση ενέργεια, σαν αποτέλεσμα, θα απαιτήσει από σένα). Μπορείς ωστόσο να μάθεις πολλά περισσότερα για την οργάνωση και το σκοπό ενός κειμένου παρατηρώντας κάποια χαρακτηριστικά διαφορετικά από την έκτασή του. Μια πρώτη ματιά σε βοηθά να αναπτύξεις κάποιες προσδοκίες σχετικά με το εύρος και το σκοπό του κειμένου. Αυτές οι πρώτες εντυπώσεις βελτιώνουν τη συγκέντρωσή σου κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Για παράδειγμα:

• Τι σου λένε οι επικεφαλίδες, η περίληψη ή άλλα στοιχεία που βρίσκονται περιμετρικά του κειμένου;

• Γνωρίζεις το συγγραφέα, και αν ναι, πώς επηρεάζει η φήμη του/της ή τα διαπιστευτήριά του/της την αντίληψη αυτών που διαβάζεις; Αν είναι άγνωστος, σε βοηθά ο επιμελητής της έκδοσης να τον γνωρίσεις (παρέχοντας ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα, μια αξιολόγηση της συγγραφικής του εργασίας, των ανησυχιών του και της αξίας του);

• Με ποιο τρόπο σε προετοιμάζει για την ανάγνωση η διάταξη και ο σχεδιασμός του κειμένου; Είναι χωρισμένο σε τμήματα – κεφάλαια, υποκεφάλαια κ.α.; Υπάρχουν εκτενή και αδιαίρετα τμήματα κειμένου ή μικρότερες παράγραφοι ή μικρότερα κομμάτια και τι μας δείχνει αυτό; Πώς επηρεάζει ο σχεδιασμός του κειμένου την ανάγνωση;

• Το κείμενο φαίνεται να είναι οργανωμένο σύμφωνα με τις κλασικές συμβάσεις; Τα άρθρα των εφημερίδων, για παράδειγμα, έχουν χαρακτηριστικά που τα αναγνωρίζεις. Τα εγχειρίδια και τα δοκίμια είναι διαφορετικά οργανωμένα τόσο από τα άρθρα των εφημερίδων όσο και μεταξύ τους. Τα κείμενα απαιτούν διαφορετικά πράγματα από σένα κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, οπότε όποτε μπορείς, κατέγραψε το είδος των πληροφοριών που σου προσφέρουν.

5 Ιανουαρίου 2009

Ναι, αλλά, κύριε, στο γυμνάσιο τα ζητούν παπαγαλία… (Ι)

Στο Λύκειο, όταν ήμουν στη β΄ δέσμη, κατά το Μάη μήνα, τα παράτησα όλα. Θυμάμαι σηκώθηκα ένα πρωί, πήρα στα χέρια μου ένα δίτομο εκλαϊκευμένο βιβλίο φυσικών επιστημών του Αλέξανδρου Σταυρόπουλου με τίτλο «Η ζωή σε επίπεδο μορίων», κλειδώθηκα στο δωμάτιό μου και γεμάτος ενοχές απόλαυσα σε μια μέρα τις 100 πρώτες σελίδες του. Την επόμενη ακολούθησαν άλλες ογδόντα, την άλλη μέρα πενήντα ώσπου το τελείωσα όλο. Ο ρυθμός ανάγνωσης μειωνόταν μόνο και μόνο για να βυθιστώ στην ηδονή που αντλούσα από τις ιδέες που συναντούσα σε κάθε σελίδα. Το βιβλίο ήταν γραμμένο σε μορφή διαλόγου. Διάλογος άσχετος με τους μονολόγους του Πλάτωνα ή με αυτούς των τηλεοπτικών μέσων. Όλα τα κεντρικά μηνύματα των θετικών επιστημών περνούσαν μέσα από μια ζωντανή και συνάμα απολαυστική συζήτηση μιας παρέας επιστημόνων. Πρόκειται για μια έξοχη συνάντηση της λογοτεχνίας με την επιστήμη, ένα πραγματικό υπόδειγμα εκλαΐκευσης των επιστημών.

Ωστόσο, οι ενοχές δε με άφηναν. Τραγικό αλλά αληθινό. Είχα τύψεις επειδή επέλεγα τη σκέψη και όχι την αποβλάκωση. Επειδή προτιμούσα να βρω απαντήσεις σε ερωτήματα όπως: «Τι είναι ο άνθρωπος; Τι γυρεύουμε εδώ; Ποιο είναι το νόημα της ζωής;» παρά να αναπαράγω άκριτα εκατοντάδες σελίδες, κενές οποιουδήποτε νοήματος, ενδιαφέροντος ή περιεχομένου. Έτσι, κάθε φορά που κάποιος ήθελε να μπει στο δωμάτιό μου, πεταγόμουν από το κρεβάτι μου, έκρυβα το βιβλίο και μετά άνοιγα την πόρτα. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβανόταν και όταν έβγαινα εγώ. Τώρα πια, δεκαπέντε χρόνια μετά, αυτή μου η κίνηση μού άλλαξε τον τρόπο σκέψης. Από τότε δέθηκα αχώριστα με την επιστήμη και το χώρο της σκέψης και ξαπέστειλα την αποστήθιση. Έλα όμως που η παπαγαλία με κυνηγά ακόμα! Έχω βαρεθεί να ακούω συνέχεια από γονείς και μαθητές πως στο Γυμνάσιο τα ζητούν όλα αυτολεξεί και γι’ αυτό πρέπει να τους τα ζητάω και εγώ για να μάθουν να δουλεύουν έτσι. Ή το ακόμα χειρότερο, που το έχω ακούσει όχι από λίγους εκπαιδευτικούς της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας, «πώς αλλιώς μπορείς να τα μάθεις;». Λες και μαθαίνεις τίποτε με την παπαγαλία ούτως ή άλλως, για να αποτελεί και το μοναδικό τρόπο μάθησης.

Το πρόβλημα της αποστήθισης για μένα είναι κεντρικής σημασίας. Τούτο συμβαίνει για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή εξοβελίζει από το σχολείο τη σκέψη και γενικά την επαφή του παιδιού με τον πνευματικό κόσμο και δεύτερον, επειδή υπεύθυνοι γι’ αυτή την κατάσταση είμαστε αποκλειστικά εμείς. Δεν απορρέει από το ΥΠΕΠΘ ή την ελλιπή χρηματοδότηση η μάστιγα της παπαγαλίας, αλλά από την αδυναμία μας να την αντικαταστήσουμε με κάτι άλλο. Φράσεις όπως «είχε διαβάσει τόσο καλά το μάθημα που το είπε νεράκι» αν μη τι άλλο φανερώνουν τις ευθύνες μας.

Για μένα αυτό που απαιτείται είναι μια ριζική αλλαγή από τη μεριά μας. Πρώτον, χρειάζεται μια αναθεώρηση του τρόπου διδασκαλίας του γλωσσικού μαθήματος. Οφείλουμε να κατανοήσουμε πως το μάθημα της Γλώσσας έχει ως στόχο όχι την εκμάθηση εκατοντάδων γραμματικών και συντακτικών κανόνων αλλά την πρόσληψη και απόδοση νοήματος μέσω του λόγου. Δεύτερον, να πάψουμε να θεωρούμε άχρηστα και δευτερεύοντα μαθήματα όπως η Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή, τα Θρησκευτικά, η Γεωγραφία και να αρχίσουμε να τα βλέπουμε ως πηγές έμπνευσης ζωηρών διαλόγων στην τάξη γύρω από κεντρικά προβλήματα του ανθρώπου όπως η δημιουργία του κόσμου και της ζωής, τα κίνητρα της συμπεριφοράς του ατόμου, το πρόβλημα της ύπαρξης του κακού στον κόσμο, ο βαθμός υποταγής μας στην εξουσία κ.α.

Για να συμβούν όλα αυτά οι μαθητές μας πρέπει καταρχήν να διδαχτούν να σκέφτονται όταν διαβάζουν και όχι να αποστηθίζουν. Σε επόμενες αναρτήσεις θα παρουσιάσω σε μετάφραση έναν οδηγό του πανεπιστημίου του Harvard σχετικά με το πώς πρέπει να μελετούν οι νεοεισερχόμενοι φοιτητές, προτείνοντας παράλληλα κάποιες προσαρμογές του στο σχολείο.