17 Ιανουαρίου 2007

Το καινούριο βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ

Δηλώνω από την αρχή πως συμφωνώ με το πνεύμα του καινούριου βιβλίου. Έπρεπε, επιτέλους, να εισαχθούν οι πηγές σαν συστατικό στοιχείο της διδασκαλίας και να σταματήσει η ταύτιση της ιστορικής επιστήμης με την παράθεση των ηρωικών γεγονότων της ιστορικής πορείας του ελληνικού λαού. Η ιστορία μας έχει σίγουρα πολλές ένδοξες στιγμές, μα το σχολείο δε στοχεύει στην περιαυτολογία, αλλά στην αλήθεια και στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης των παιδιών.

Επιπλέον, δε θα ασχοληθώ με κάποια – λίγα είναι η αλήθεια – τυπογραφικά λάθη, τα οποία δεν είναι ικανά να αναιρέσουν τη συνολική προσπάθεια των συγγραφέων. Αντίθετα, δεν μπορώ να μη σταθώ στη σημαντική δουλειά που έχει γίνει στο τετράδιο εργασιών. Υπάρχει μία ποικιλία ασκήσεων, διαθεματικών/διεπιστημονικών κυρίως, που δίνουν στο δάσκαλο το δικαίωμα επιλογής και προσαρμογής του υλικού αυτού στην τάξη του.

Αφήνοντας κατά μέρος το περιεχόμενο του νέου εγχειριδίου, θα επιχειρήσω τη διερεύνηση των αρνητικών στοιχείων του βιβλίου, παραθέτοντας ένα μόνο χαρακτηριστικό απόσπασμα, προς χάριν συντομίας. Έτσι, στη σελ. 2 στο 1ο κεφάλαιο αναφέρεται (η υπογράμμιση είναι δική μου): «Σ’ αυτό το κλίμα διαμορφώνεται το πνευματικό κίνημα του Ουμανισμού, που διαδίδεται γρήγορα με την τυπογραφία. Οι ουμανιστές εξυμνούν τον άνθρωπο και τα δημιουργήματά του, και κυρίως την προσπάθειά του να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητές του για να αλλάξει ή να βελτιώσει την τύχη του.». Το μόνο που εξηγείται στο γλωσσάρι είναι η τυπογραφία: «η εκτύπωση βιβλίων με τη χρήση κινητών μεταλλικών στοιχείων». Δυστυχώς, όμως, το παιδί δε γνωρίζει τι είναι το πνευματικό κίνημα, δεν ξέρει ακριβώς να ερμηνεύσει το ρήμα εξυμνώ και, πιθανότατα, το νόημα όλου του υπογραμμισμένου κειμένου είναι απροσπέλαστο για τα παιδιά, καθώς στερούνται αντίστοιχων βιωμάτων.

Φυσικά, κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει πως η δουλειά του δασκάλου είναι ακριβώς αυτή. Να μυήσει τα παιδιά σ’ αυτά τα νοήματα, να εμπλουτίσει περαιτέρω το λεξιλόγιό τους. Το πρόβλημα, όμως, με αυτή τη θέση είναι πως στο ίδιο κεφάλαιο αναφέρονται οι όροι Αναγέννηση, Μεταρρύθμιση, Προτεστάντες, Καθολική Εκκλησία, με τους οποίους το παιδί έρχεται πρώτη φορά σε επαφή. Ακόμα δε και αν τους έχει συναντήσει, έχει πιθανότατα σχηματίσει μια λανθασμένη εικόνα γι’ αυτούς (λόγου χάρη, πολλά παιδιά δεν ξέρουν πως οι καθολικοί είναι κι αυτοί χριστιανοί, όπως χριστιανοί είναι και οι ορθόδοξοι). Επομένως, ο δάσκαλος θα πρέπει πρώτα να αφιερώσει κάποιο χρόνο για να εξηγήσει τους παραπάνω όρους. Για να πάρουμε μια ιδέα του χρόνου που απαιτείται, αναφέρω απλώς πως στα Θρησκευτικά της ΣΤ΄ τάξης αφιερώνεται ολόκληρο κεφάλαιο στο Ρωμαιοκαθολικισμό και ξεχωριστά ένα κεφάλαιο στον Προτεσταντισμό. Και δεν πιστεύω να υπάρχει καλόπιστος αναγνώστης που να πιστεύει πως η Αναγέννηση μπορεί να κατανοηθεί από εντεκάχρονους μαθητές σε 5 λεπτά, δείχνοντας έναν μόνο πίνακα ζωγραφικής. Ας υπήρχε, τουλάχιστον, και ένας πίνακας μεσαιωνικός, για να γίνει η σχετική σύγκριση.

Όσον αφορά δε το γλωσσάρι, για να επιτευχθεί μία βαθύτερη κατανόηση των όρων του, θα πρέπει να πολλαπλασιαστούν ασκήσεις όπως αυτή της σελ. 25 του τετραδίου εργασιών, όπου επιχειρείται μία διευκρίνιση του όρου εμφύλιος πόλεμος. Επιπλέον, οι ορισμοί των όρων χρειάζονται εμπλουτισμό με παραδείγματα. Ας δούμε μόνο τον ορισμό του όρου δεισιδαιμονίες: «ιδέες και πρακτικές των ανθρώπων που είναι αντίθετες με τη λογική» και νομίζω πως γίνομαι κατανοητός. Ούτως ή άλλως, πολλές φορές αυτός ο τρόπος προσέγγισης μιας έννοιας, μέσω παραδειγμάτων, έχει να προσφέρει πολλά περισσότερα σ’ αυτές τις ηλικίες από τον αυστηρό επιστημονικό ορισμό.

Παραδείγματα θα μπορούσα να αναφέρω πολλά ακόμα, όμως περιττεύουν για όποιον έχει διδάξει το συγκεκριμένο βιβλίο. Αυτό που του μένει είναι η αίσθηση αμηχανίας και απογοήτευσης των μαθητών που αγωνίζονται να κατανοήσουν το «συνθετικό κείμενο». Η αυξημένη δυσκολία του δεν σχολιάζεται μόνο επειδή απαιτεί περισσότερο χρόνο προετοιμασίας από το δάσκαλο. Το κυριότερο πρόβλημα έγκειται στην αποθάρρυνση των μαθητών και στην εξ αιτίας αυτής της αποθάρρυνσης μειωμένη συμμετοχή τους και στις δραστηριότητες που αφορούν τις πηγές. Έτσι, η ίδια η λογική του βιβλίου αναιρείται.

Πιστεύω, επομένως, πως αυτό που επιτακτικά απαιτείται είναι ευκολότερα «συνθετικά κείμενα» και πληρέστερο γλωσσάρι. Δε γνωρίζω ακόμα αν οι συγγραφείς έχουν σκεφτεί ή έχουν δοκιμάσει να αλλάξουν τελείως τη σχέση του «συνθετικού κειμένου» με τις πηγές. Αντί να υπάρχει ένα κείμενο στην αρχή κάθε κεφαλαίου που θα εισάγει τους μαθητές στο κλίμα των πηγών, μήπως θα ήταν καλύτερα να υπήρχαν πρώτα οι πηγές οι οποίες θα οδηγούσαν τους μαθητές στην ανακάλυψη των ιστορικών γεγονότων; Αν δεν είναι δυνατό να γίνει κάτι τέτοιο για όλα τα κεφάλαια, ας γίνει τουλάχιστον για μερικά.